Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El cinismo
01
actitud de desconfianza hacia la sinceridad, bondad o motivos de los demás
γραμματικές πληροφορίες
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Su cinismo le impedía confiar en nadie.
LanGeek



























