Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
chiflado
01
τρελός, παλαβός
que actúa de manera extraña o irracional
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más chiflado
συγκριτικός βαθμός
más chiflado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
chiflado
αρσενικό πληθυντικό
chiflados
θηλυκό ενικό
chiflada
θηλυκό πληθυντικό
chifladas
Παραδείγματα
Se volvió chiflado después de trabajar tantas horas seguidas.
Έγινε τρελός μετά από τόσες ώρες δουλειάς συνεχόμενα.
02
τρελά ερωτευμένος, παλαβός από τον έρωτα
completamente enamorado o obsesionado románticamente
Παραδείγματα
Se siente chiflado cada vez que ella sonríe.
Νιώθει chiflado κάθε φορά που αυτή χαμογελά.



























