chiflado
chiflado
chillado

Ορισμός και σημασία του "chiflado"στα ισπανικά

01

τρελός, παλαβός

que actúa de manera extraña o irracional 
chiflado definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más chiflado
συγκριτικός βαθμός
más chiflado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
chiflado
αρσενικό πληθυντικό
chiflados
θηλυκό ενικό
chiflada
θηλυκό πληθυντικό
chifladas
Παραδείγματα
Está completamente chiflado por su obsesión con los cómics. 

Είναι εντελώς chiflado λόγω της εμμονής του με τα κόμικς.

02

τρελά ερωτευμένος, παλαβός από τον έρωτα

completamente enamorado o obsesionado románticamente 
chiflado definition and meaning
Παραδείγματα
Está chiflado por su nueva vecina. 

Είναι chiflado με τη νέα του γειτόνισσα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store