el chicle
chic
ˈʧik
τσικ
le
le
λε
chiflechile

Ορισμός και σημασία του "chicle"στα ισπανικά

01

τσίχλα

una sustancia masticable con sabor que no se traga 
el chicle definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
chicles
Παραδείγματα
¿Tienes un chicle de menta? 

Έχεις μια τσίχλα με γεύση μέντας;

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store