Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El chaval
01
(España) niño, adolescente u hombre joven , -
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Un chaval llamó a la puerta para vendernos unas rifas.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
(España) niño, adolescente u hombre joven , -