el chalet
cha
ʧa
cha
let
ˈlet
let
wicketballetinternetset

Ορισμός και σημασία του "chalet"στα ισπανικά

01

σαλέ, μονοκατοικία

casa individual, normalmente en las afueras o en la montaña, con jardín 
el chalet definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
chalets
Παραδείγματα
Compramos un chalet en la sierra para pasar el verano. 

Αγοράσαμε ένα σαλέ στο βουνό για να περάσουμε το καλοκαίρι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store