Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
catear
01
κόβω, αποτυγχάνω
suspender o no aprobar un examen o evaluación
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
cateo
γ΄ ενικό πρόσωπο
catea
ενεστώτα μετοχή
cateando
απλός αόριστος
cateó
παθητική μετοχή
cateado
Παραδείγματα
Cateó el examen de matemáticas.
Απέτυχε στις εξετάσεις μαθηματικών.
02
έρευνα, ελέγχω
registrar o inspeccionar a una persona o lugar en busca de algo
Παραδείγματα
La policía cateó al sospechoso.
Η αστυνομία έψαξε τον ύποπτο.



























