el canciller
can
kan
καν
ci
θi
θι
ller
ˈʎeɾ
λιερ
convenceremprenderenvejecerenfurecer

Ορισμός και σημασία του "canciller"στα ισπανικά

01

αρχηγός κυβέρνησης, καγκελάριος

jefe de un gobierno 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
cancilleres
αρσενικό ενικό
canciller
θηλυκό ενικό
canciller
Παραδείγματα
El canciller dirigió la ceremonia. 

Ο καγκελάριος διεύθυνε την τελετή.

02

υπουργός εξωτερικών, υπουργός εξωτερικών υποθέσεων

ministro encargado de relaciones exteriores de un país 
Παραδείγματα
El canciller habló sobre la política internacional. 

Ο καγκελάριος μίλησε για τη διεθνή πολιτική.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store