Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La campaña
01
εκστρατεία
una serie de actividades organizadas para lograr un objetivo político, comercial o social
Παραδείγματα
El candidato comenzó su campaña electoral con un gran mitin.
Ο υποψήφιος ξεκίνησε την εκλογική του εκστρατεία με μια μεγάλη συγκέντρωση.
02
εκστρατεία
una serie de operaciones militares con un objetivo estratégico específico
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
campañas
Παραδείγματα
La campaña del desierto fue decisiva para ganar la guerra.
Η εκστρατεία της ερήμου ήταν καθοριστική για τη νίκη στον πόλεμο.
03
εκστρατεία, επιχείρηση
una serie de acciones enérgicas y organizadas por la autoridad para reprimir o acabar con algo
Παραδείγματα
El gobierno inició una campaña contra la delincuencia organizada.
Η κυβέρνηση ξεκίνησε μια εκστρατεία κατά του οργανωμένου εγκλήματος.



























