calcar
cal
kal
kal
car
ˈkaɾ
kar
callarcalmarcalzarcalar

Ορισμός και σημασία του "calcar"στα ισπανικά

calcar
01

αντιγράφω

copiar un dibujo poniendo un papel sobre el original 
calcar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
calco
γ΄ ενικό πρόσωπο
calca
ενεστώτα μετοχή
calcando
απλός αόριστος
calcó
παθητική μετοχή
calcado
Παραδείγματα
Ella calca el patrón de la tela. 

Αυτή αντιγράφει το σχέδιο του υφάσματος.

02

σχεδιάζω, χαράσσω

trazar líneas o formas en un plano técnico 
calcar definition and meaning
Παραδείγματα
El arquitecto calca las líneas del plano. 

Ο αρχιτέκτονας αντιγράφει τις γραμμές του σχεδίου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store