calcar

Ορισμός και σημασία του "calcar"στα ισπανικά

calcar
01

αντιγράφω

copiar un dibujo poniendo un papel sobre el original
calcar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
calco
γ΄ ενικό πρόσωπο
calca
ενεστώτα μετοχή
calcando
απλός αόριστος
calcó
παθητική μετοχή
calcado
Παραδείγματα
Calqué el contorno de la hoja.
Αντιγραψα το περίγραμμα του φύλλου.
02

σχεδιάζω, χαράσσω

trazar líneas o formas en un plano técnico
calcar definition and meaning
Παραδείγματα
Calcar un croquis requiere regla.
Το αντιγράφω ενός σκίτσου απαιτεί χάρακα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store