Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
budista
01
βουδιστικός, σχετικός με τον βουδισμό
relativo al budismo o a las personas que practican esta religión
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
budista
αρσενικό πληθυντικό
budistas
θηλυκό ενικό
budista
θηλυκό πληθυντικό
budistas
Παραδείγματα
María sigue una práctica budista desde hace años.
Η Μαρία ακολουθεί μια βουδιστική πρακτική εδώ και χρόνια.



























