el bordado
bor
boɾ
bor
da
ˈða
dha
do
ðo
dho
borradobordo

Ορισμός και σημασία του "bordado"στα ισπανικά

01

κέντημα, τέχνη του κεντήματος

el arte de decorar tela con aguja e hilo 
el bordado definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
El bordado de este mantel es muy detallado y colorido. 

Η κέντηση σε αυτό το τραπεζομάντιλο είναι πολύ λεπτομερής και πολύχρωμη.

01

κεντημένος, διακοσμημένος με κέντημα

decorado con puntadas de hilo o seda 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más bordado
συγκριτικός βαθμός
más bordado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
bordado
αρσενικό πληθυντικό
bordados
θηλυκό ενικό
bordada
θηλυκό πληθυντικό
bordadas
Παραδείγματα
Llevaba una blusa bordada con hilos de colores vibrantes. 

Φορούσε μια μπλούζα κεντημένη με ζωηρά χρωματιστά νήματα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store