Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bombardear
01
βομβαρδίζω
atacar un lugar con bombas o proyectiles desde el aire o a distancia
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
bombardeo
γ΄ ενικό πρόσωπο
bombardea
ενεστώτα μετοχή
bombardeando
απλός αόριστος
bombardeó
παθητική μετοχή
bombardeado
Παραδείγματα
El general se negó a bombardear zonas residenciales.
Ο στρατηγός αρνήθηκε να βομβαρδίσει τις κατοικημένες περιοχές.



























