bombardear
bombardear

Ορισμός και σημασία του "bombardear"στα ισπανικά

bombardear
01

βομβαρδίζω

atacar un lugar con bombas o proyectiles desde el aire o a distancia 
bombardear definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
bombardeo
γ΄ ενικό πρόσωπο
bombardea
ενεστώτα μετοχή
bombardeando
απλός αόριστος
bombardeó
παθητική μετοχή
bombardeado
Παραδείγματα
Los aviones enemigos comenzaron a bombardear la ciudad al amanecer. 

Τα εχθρικά αεροπλάνα άρχισαν να βομβαρδίζουν την πόλη την αυγή.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store