bobo
bobo
bombo

Ορισμός και σημασία του "bobo"στα ισπανικά

01

ανόητος, ηλίθιος

persona que actúa sin inteligencia o sentido común 
bobo definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más bobo
συγκριτικός βαθμός
más bobo
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
bobo
αρσενικό πληθυντικό
bobos
θηλυκό ενικό
boba
θηλυκό πληθυντικό
bobas
θεματικό πεδίο
comportamiento, cognición, evaluación
Παραδείγματα
Fue un error bobo que todos notaron. 

Ήταν ένα ανόητο λάθος που παρατήρησαν όλοι.

02

εύπιστος, αφελής

persona que cree fácilmente lo que otros dicen 
bobo definition and meaning
Παραδείγματα
Es tan bobo que creyó la historia sin dudar. 

Είναι τόσο bobo που повірил στην ιστορία χωρίς αμφιβολία.

01

ηλίθιος, βλάκας

persona que actúa de manera tonta o sin sentido común 
el bobo definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
bobos
αρσενικό ενικό
bobo
θηλυκό ενικό
boba
Παραδείγματα
Ese bobo olvidó sus llaves otra vez. 

Αυτός ο βλάκας ξέχασε ξανά τα κλειδιά του.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store