Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
blindado
01
θωρακισμένο
protegido o reforzado para resistir daños o ataques
Παραδείγματα
El edificio está blindado contra explosiones.
Το κτίριο είναι θωρακισμένο κατά των εκρήξεων.
02
τεθωρακισμένος
protegido con una capa resistente contra ataques o impactos
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el mas blindado
συγκριτικός βαθμός
mas blindado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
blindado
αρσενικό πληθυντικό
blindados
θηλυκό ενικό
blindada
θηλυκό πληθυντικό
blindadas
Παραδείγματα
El vehículo blindado cruzó la zona de combate.
Το θωρακισμένο όχημα διέσχισε τη ζώνη μάχης.
El blindado
01
τεθωρακισμένο όχημα
vehículo militar protegido con blindaje
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
blindados
Παραδείγματα
El blindado avanzó por la carretera.
Το τεθωρακισμένο όχημα προχώρησε κατά μήκος του δρόμου.



























