Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Los binoculares
01
κιάλια
un instrumento óptico formado por dos telescopios pequeños unidos, que permite ver objetos lejanos ampliados con ambos ojos
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
binoculares
Παραδείγματα
Los binoculares tienen una rueda en el centro para enfocar.
Τα κιάλια έχουν έναν τροχό στο κέντρο για εστίαση.



























