los binoculares

Ορισμός και σημασία του "binoculares"στα ισπανικά

Los binoculares
[gender: masculine]
01

κιάλια

un instrumento óptico formado por dos telescopios pequeños unidos, que permite ver objetos lejanos ampliados con ambos ojos
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
binoculares
Παραδείγματα
Los cazadores usan binoculares para localizar a sus presas a distancia.
Οι κυνηγοί χρησιμοποιούν κιάλια για να εντοπίσουν το θήραμά τους από απόσταση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store