Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La barandilla
01
κουπαστή, παγκάκι
una estructura de soporte con una barra para agarrarse, colocada en escaleras o balcones
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
barandillas
Παραδείγματα
El niño bajó la escalera deslizándose por la barandilla.
Το παιδί κατέβηκε τις σκάλες γλιστρώντας κατά μήκος της κουπαστής.



























