avaro
avaro

Ορισμός και σημασία του "avaro"στα ισπανικά

01

τσιγκούνης, φιλάργυρος

que desea acumular riqueza y no comparte 
avaro definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más avaro
συγκριτικός βαθμός
más avaro
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
avaro
αρσενικό πληθυντικό
avaros
θηλυκό ενικό
avara
θηλυκό πληθυντικό
avaras
θεματικό πεδίο
carácter, comportamiento, economía
Παραδείγματα
Es un hombre avaro y nunca da limosna. 

Είναι ένας τσιγκούνης άνδρας και ποτέ δεν δίνει ελεημοσύνη.

01

τσιγκούνης, φιλάργυρος

persona que desea acumular riqueza y no comparte 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
avaros
αρσενικό ενικό
avaro
θηλυκό ενικό
avara
neutral form
persona avara
Παραδείγματα
El avaro no presta dinero a nadie. 

Ο τσιγκούνης δεν δανείζει χρήματα σε κανέναν.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store