avanzado
avanzado

Ορισμός και σημασία του "avanzado"στα ισπανικά

01

προηγμένος, ανεπτυγμένος

que es moderno, desarrollado o sofisticado en comparación con lo común 
avanzado definition and meaning
Παραδείγματα
Este software utiliza tecnología avanzada. 

Αυτό το λογισμικό χρησιμοποιεί προηγμένη τεχνολογία.

02

προχωρημένος, εξελιγμένος

que indica un nivel elevado de conocimientos o habilidades en un área específica 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más avanzado
συγκριτικός βαθμός
más avanzado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
avanzado
αρσενικό πληθυντικό
avanzados
θηλυκό ενικό
avanzada
θηλυκό πληθυντικό
avanzadas
Παραδείγματα
Ella está en un curso avanzado de matemáticas. 

Είναι σε ένα προχωρημένο μάθημα μαθηματικών.

01

προοδευτικό άτομο, πρωτοπόρος

persona que tiene ideas o conocimientos adelantados a su tiempo 
el avanzado definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
avanzados
Παραδείγματα
Ein avanzado siempre propone nuevas ideas innovadoras. 

Ένας προηγμένος άνθρωπος προτείνει πάντα νέες καινοτόμες ιδέες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store