Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
avanzado
01
προηγμένος, ανεπτυγμένος
que es moderno, desarrollado o sofisticado en comparación con lo común
Παραδείγματα
La medicina avanzada ha mejorado la esperanza de vida.
Η προηγμένη ιατρική έχει βελτιώσει το προσδόκιμο ζωής.
02
προχωρημένος, εξελιγμένος
que indica un nivel elevado de conocimientos o habilidades en un área específica
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más avanzado
συγκριτικός βαθμός
más avanzado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
avanzado
αρσενικό πληθυντικό
avanzados
θηλυκό ενικό
avanzada
θηλυκό πληθυντικό
avanzadas
Παραδείγματα
Solo los alumnos avanzados pueden acceder a este curso.
Μόνο οι προχωρημένοι μαθητές μπορούν να έχουν πρόσβαση σε αυτό το μάθημα.
El avanzado
[gender: masculine]
01
προοδευτικό άτομο, πρωτοπόρος
persona que tiene ideas o conocimientos adelantados a su tiempo
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
avanzados
Παραδείγματα
Ser un avanzado requiere curiosidad y visión del futuro.
Το να είσαι προηγμένος απαιτεί περιέργεια και όραση για το μέλλον.



























