Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
autorizar
01
dar permiso oficial para hacer o realizar algo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ομαλό
Παραδείγματα
El director autorizó la compra.
LanGeek
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dar permiso oficial para hacer o realizar algo
LanGeek