la autopsia
autopsia

Ορισμός και σημασία του "autopsia"στα ισπανικά

01

αυτοψία, μεταθανάτια εξέταση

el examen médico de un cadáver para determinar la causa y las circunstancias de la muerte 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
autopsias
Παραδείγματα
La autopsia reveló que la muerte fue por envenenamiento. 

Η νεκροψία αποκάλυψε ότι ο θάνατος οφειλόταν σε δηλητηρίαση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store