Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
autonómico
01
αυτόνομος, περιφερειακός
relativo a una autonomía política o administrativa de una región
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
autonómico
αρσενικό πληθυντικό
autonómicos
θηλυκό ενικό
autonómica
θηλυκό πληθυντικό
autonómicas
Παραδείγματα
La ley autonómica regula la educación.
Ο αυτόνομος νόμος ρυθμίζει την εκπαίδευση.



























