autonómico
autonómico

Ορισμός και σημασία του "autonómico"στα ισπανικά

autonómico
01

αυτόνομος, περιφερειακός

relativo a una autonomía política o administrativa de una región 
autonómico definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
autonómico
αρσενικό πληθυντικό
autonómicos
θηλυκό ενικό
autonómica
θηλυκό πληθυντικό
autonómicas
Παραδείγματα
El gobierno autonómico aprobó nuevas medidas. 

Η αυτόνομη κυβέρνηση ενέκρινε νέα μέτρα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store