el atrevimiento

Ορισμός και σημασία του "atrevimiento"στα ισπανικά

El atrevimiento
[gender: masculine]
01

τολμηρότητα, θράσος

acción de ser audaz o valiente, especialmente al asumir riesgos
el atrevimiento definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
El atrevimiento puede ser un riesgo si no se calcula bien.
Η τολμηρότητα μπορεί να είναι ένας κίνδυνος αν δεν υπολογιστεί καλά.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store