el atrevimiento
at
at
at
re
ɾe
re
vim
ˈβim
bim
ien
jen
yen
to
to
to
encantamientoexperimentoagotamientodescontento

Ορισμός και σημασία του "atrevimiento"στα ισπανικά

El atrevimiento
01

τολμηρότητα, θράσος

acción de ser audaz o valiente, especialmente al asumir riesgos 
el atrevimiento definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Se necesita atrevimiento para probar algo nuevo. 

Απαιτείται τολμηρότητα για να δοκιμάσεις κάτι νέο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store