Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El atrevimiento
01
τολμηρότητα, θράσος
acción de ser audaz o valiente, especialmente al asumir riesgos
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Se necesita atrevimiento para probar algo nuevo.
Απαιτείται τολμηρότητα για να δοκιμάσεις κάτι νέο.



























