el atenuante
atenuante

Ορισμός και σημασία του "atenuante"στα ισπανικά

01

ελαφρυντική περίσταση

circunstancia que reduce la gravedad de una falta o delito 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
atenuantes
Παραδείγματα
El juez aceptó un atenuante. 

Ο δικαστής αποδέχθηκε ένα ελαφρυντικό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store