Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Asiduidad
01
επιμέλεια, κανονικότητα
constancia o regularidad con la que se realiza una acción
Παραδείγματα
La asiduidad en el estudio mejora los resultados.
Η επιμέλεια στη μελέτη βελτιώνει τα αποτελέσματα.
02
επιμονή, συνέπεια
constancia firme y persistente en la realización de una acción o tarea
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
La asiduidad en su trabajo le trajo buenos resultados.
Η επιμέλεια στη δουλειά του του έφερε καλά αποτελέσματα.



























