arruinar
arruinar
arrullar

Ορισμός και σημασία του "arruinar"στα ισπανικά

arruinar
01

χρεοκοπώ, καταστρέφω

causar la ruina económica o pérdida total de recursos a alguien o algo 
arruinar definition and meaning
Παραδείγματα
Las deudas arruinaron a la empresa. 

Τα χρέη κατέστρεψαν την εταιρεία.

02

καταστρέφω, χαλάω

causar daño grave o destrucción a algo o alguien 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
arruino
γ΄ ενικό πρόσωπο
arruina
ενεστώτα μετοχή
arruinando
απλός αόριστος
arruinó
παθητική μετοχή
arruinado
Παραδείγματα
La tormenta arruinó la cosecha. 

Η καταιγίδα κατέστρεψε τη σοδειά.

03

καταστρέφω

revelar o hacer evidente algo de forma que perjudica su discreción o secreto 
Παραδείγματα
Arruinó el final de la película. 

Χάλασε το τέλος της ταινίας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store