Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
arruinar
01
χρεοκοπώ, καταστρέφω
causar la ruina económica o pérdida total de recursos a alguien o algo
Παραδείγματα
El negocio fue arruinado por la mala gestión.
Η επιχείρηση καταστράφηκε από την κακή διαχείριση.
02
καταστρέφω, χαλάω
causar daño grave o destrucción a algo o alguien
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
arruino
γ΄ ενικό πρόσωπο
arruina
ενεστώτα μετοχή
arruinando
απλός αόριστος
arruinó
παθητική μετοχή
arruinado
Παραδείγματα
Un mal diseño puede arruinar toda la experiencia.
Ένας κακός σχεδιασμός μπορεί να καταστρέψει ολόκληρη την εμπειρία.
03
καταστρέφω
revelar o hacer evidente algo de forma que perjudica su discreción o secreto
Παραδείγματα
Ella arruinó la respuesta antes de tiempo.
Χάλασε την απάντηση πολύ νωρίς.



























