arruinar
a
a
α
rrui
ˈrui
ρουι
nar
naɾ
ναρ
arrullar

Ορισμός και σημασία του "arruinar"στα ισπανικά

arruinar
01

χρεοκοπώ, καταστρέφω

causar la ruina económica o pérdida total de recursos a alguien o algo 
arruinar definition and meaning
Παραδείγματα
Las deudas arruinaron a la empresa. 

Τα χρέη κατέστρεψαν την εταιρεία.

02

καταστρέφω, χαλάω

causar daño grave o destrucción a algo o alguien 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
arruino
γ΄ ενικό πρόσωπο
arruina
ενεστώτα μετοχή
arruinando
απλός αόριστος
arruinó
παθητική μετοχή
arruinado
Παραδείγματα
La tormenta arruinó la cosecha. 

Η καταιγίδα κατέστρεψε τη σοδειά.

03

καταστρέφω

revelar o hacer evidente algo de forma que perjudica su discreción o secreto 
Παραδείγματα
Arruinó el final de la película. 

Χάλασε το τέλος της ταινίας.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store