aristócrata
aristócrata

Ορισμός και σημασία του "aristócrata"στα ισπανικά

01

αριστοκράτης

persona que pertenece a la nobleza o clase alta hereditaria 
aristócrata definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
aristócratas
Παραδείγματα
El aristócrata vivía en un gran palacio. 

Ο αριστοκράτης ζούσε σε ένα μεγάλο παλάτι.

aristócrata
01

αριστοκρατικός

relativo a la aristocracia o propio de ella 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο σε -nte
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
aristócrata
αρσενικό πληθυντικό
aristócratas
θηλυκό ενικό
aristócrata
θηλυκό πληθυντικό
aristócratas
Παραδείγματα
Tenía un estilo de vida aristócrata. 

Είχε έναν αριστοκρατικό τρόπο ζωής.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store