archivar
archivar

Ορισμός και σημασία του "archivar"στα ισπανικά

archivar
01

αρχειοθετώ, ταξινομώ

organizar y guardar documentos o información en un sistema de archivos 
archivar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
archivo
γ΄ ενικό πρόσωπο
archiva
ενεστώτα μετοχή
archivando
απλός αόριστος
archivó
παθητική μετοχή
archivado
Παραδείγματα
Hay que archivar estos documentos. 

Αυτά τα έγγραφα πρέπει να αρχειοθετηθούν.

02

φυλακίζω

(México) encerrar a una persona en prisión o mantenerla detenida 
ανεπίσημο
Παραδείγματα
Lo van a archivar por robo. 

Θα τον κλείσουν στη φυλακή για κλοπή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store