Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Archivador
01
ντοσιέ
carpeta para guardar y organizar documentos
Παραδείγματα
Guardó los informes en un archivador azul.
Φύλαξε τις αναφορές σε έναν μπλε φάκελο.
02
ντουλάπι αρχείου, αρχειοθήκη
mueble o dispositivo utilizado para guardar y organizar documentos
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
archivadores
Παραδείγματα
Guarda los papeles en el archivador.
Φυλάει τα χαρτιά στο ντουλάπι αρχειοθέτησης.
03
αρχειονόμος
persona encargada de organizar y gestionar archivos y documentos
Παραδείγματα
El archivador clasificó los documentos por fecha.
Ο αρχειονόμος ταξινόμησε τα έγγραφα κατά ημερομηνία.



























