Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
arbitral
01
διαιτητικός, διαιτητική
relativo a la actividad o decisión de un árbitro o tribunal de arbitraje
Παραδείγματα
La cláusula arbitral estaba en el contrato.
Η διαιτητική ρήτρα ήταν στη σύμβαση.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
διαιτητικός, διαιτητική