Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
apocado
01
απαθής, αδρανής
que muestra falta de energía, ánimo o vitalidad
Παραδείγματα
Se le veía apocado después de la enfermedad.
Φαινόταν απαθής μετά την ασθένεια.
02
ντροπαλός, φοβισμένος
que carece de valentía o seguridad y actúa con temor
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más apocado
συγκριτικός βαθμός
más apocado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
apocado
αρσενικό πληθυντικό
apocados
θηλυκό ενικό
apocada
θηλυκό πληθυντικό
apocadas
Παραδείγματα
Era demasiado apocado para defender su opinión.
Ήταν πολύ δειλός για να υπερασπιστεί τη γνώμη του.



























