Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
apasionante
01
συναρπαστικός
que despierta mucho interés o emoción
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο σε -nte
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el mas apasionante
συγκριτικός βαθμός
mas apasionante
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
apasionante
αρσενικό πληθυντικό
apasionantes
θηλυκό ενικό
apasionante
θηλυκό πληθυντικό
apasionantes
Παραδείγματα
Es un tema apasionante para investigar.
Είναι ένα συναρπαστικό θέμα για έρευνα.



























