anualidad
anualidad

Ορισμός και σημασία του "anualidad"στα ισπανικά

01

pago que se realiza o se recibe una vez al año 

γραμματικές πληροφορίες
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Pagó la anualidad del seguro en enero. 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store