el antílope
a
a
a
ntí
ˈnti
nti
lo
lo
lo
pe
pe
pe

Ορισμός και σημασία του "antílope"στα ισπανικά

01

αντιλόπη

mamífero herbívoro de cuerpo esbelto, patas largas y cuernos delgados 
el antílope definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
antílopes
Παραδείγματα
El antílope saltó sobre las rocas para escapar del depredador. 

Η αντιλόπη πήδηξε πάνω από τα βράχια για να ξεφύγει από το αρπακτικό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store