Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
anticipar
01
προβλέπω, προλαβαίνω
actuar antes de que ocurra algo para preverlo o adelantarse a ello
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
anticipo
γ΄ ενικό πρόσωπο
anticipa
ενεστώτα μετοχή
anticipando
απλός αόριστος
anticipó
παθητική μετοχή
anticipado
Παραδείγματα
Se anticipó a los problemas y los resolvió a tiempo.
Προέβλεψε τα προβλήματα και τα έλυσε εγκαίρως.
02
φτάνω νωρίτερα
llegar antes de la hora prevista o adelantarse a un evento
Παραδείγματα
Me anticipé a la reunión y tomé asiento primero.
Προανέλαβα τη συνάντηση και κάθισα πρώτος.



























