Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
anfibio
01
αμφίβιος, αμφίβιο
que puede vivir en el agua y en la tierra
Παραδείγματα
Los científicos descubrieron una especie anfibia desconocida.
Οι επιστήμονες ανακάλυψαν ένα άγνωστο αμφίβιο είδος.
02
αμφίβιος, που μπορεί να χρησιμοποιηθεί τόσο στη στεριά όσο και στο νερό
que puede usarse tanto en tierra como en agua
Παραδείγματα
Un avión anfibio puede aterrizar en tierra o en agua.
Ένα αμφίβιο αεροπλάνο μπορεί να προσγειωθεί στη στεριά ή στο νερό.
Anfibio
[gender: masculine]
01
αμφίβιο
animal vertebrado que vive en el agua y en la tierra
Παραδείγματα
Los anfibios son indicadores de la salud ambiental.
Οι αμφίβιοι είναι δείκτες της περιβαλλοντικής υγείας.



























