Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
anclar
01
αγκυροβολώ, ρίχνω άγκυρα
fijar una embarcación al fondo del mar con un ancla
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
anclo
γ΄ ενικό πρόσωπο
ancla
ενεστώτα μετοχή
anclando
απλός αόριστος
ancló
παθητική μετοχή
anclado
Παραδείγματα
El yate está anclado en el puerto.
Το γιοτ είναι αγκυροβολημένο στο λιμάνι.
02
αγκυροβολώ, σταθεροποιώ
fijar o asegurar algo de manera firme en un lugar
Παραδείγματα
El cartel está anclado en la base metálica.
Η πινακίδα είναι στερεωμένη στη μεταλλική βάση.
03
πιάνομαι, κολλώ
quedarse fijado o depender fuertemente de algo de forma física o figurada
Παραδείγματα
El imán se ancló a la superficie metálica.
Ο μαγνήτης προσκολλήθηκε στη μεταλλική επιφάνεια.



























