anciano
anc
ˈanθ
anth
ia
ja
ya
no
no
no
chicanorellanopantanohermano

Ορισμός και σημασία του "anciano"στα ισπανικά

01

ηλικιωμένος

persona de edad avanzada 
anciano definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más anciano
συγκριτικός βαθμός
más anciano
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
anciano
αρσενικό πληθυντικό
ancianos
θηλυκό ενικό
anciana
θηλυκό πληθυντικό
ancianas
θεματικό πεδίο
edad, personas, vida
Παραδείγματα
El anciano hombre caminaba lentamente por el parque. 

Ο ηλικιωμένος άνδρας περπατούσε αργά στο πάρκο.

01

γέρος

hombre de edad avanzada 
anciano definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
ancianos
αρσενικό ενικό
anciano
θηλυκό ενικό
anciana
neutral form
persona mayor
Παραδείγματα
El anciano caminaba lentamente por el parque. 

Ο ηλικιωμένος περπατούσε αργά στο πάρκο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store