Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
anaranjado
01
πορτοκαλί, πορτοκαλής
de color entre rojo y amarillo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más anaranjado
συγκριτικός βαθμός
más anaranjado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
anaranjado
αρσενικό πληθυντικό
anaranjados
θηλυκό ενικό
anaranjada
θηλυκό πληθυντικό
anaranjadas
Παραδείγματα
El coche es de un color anaranjado brillante.
Το αυτοκίνητο είναι σε λαμπερό πορτοκαλί χρώμα.
Anaranjado
01
πορτοκαλί, πορτοκαλί χρώμα
color entre rojo y amarillo
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
El anaranjado de la pintura es muy brillante.
Το πορτοκαλί της μπογιάς είναι πολύ φωτεινό.



























