Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Amplificador
[gender: masculine]
01
ενισχυτής
dispositivo electrónico que aumenta la intensidad de una señal de sonido o eléctrica
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
amplificadores
Παραδείγματα
Usaron un amplificador portátil para el concierto al aire libre.
Χρησιμοποίησαν ένα φορητό ενισχυτή για τη συναυλία υπαίθρου.
amplificador
01
ενισχυτικός, ενισχυτικός
que sirve para aumentar o intensificar una señal, sonido, corriente o efecto
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
amplificador
αρσενικό πληθυντικό
amplificadores
θηλυκό ενικό
amplificadora
θηλυκό πληθυντικό
amplificadoras
Παραδείγματα
El dispositivo amplificador es esencial en este experimento.
Η συσκευή ενισχυτή είναι απαραίτητη σε αυτό το πείραμα.



























