amplificador
amp
amp
amp
li
li
li
fi
fi
fi
ca
ka
ka
dor
ˈðoɾ
dhor

Ορισμός και σημασία του "amplificador"στα ισπανικά

01

ενισχυτής

dispositivo electrónico que aumenta la intensidad de una señal de sonido o eléctrica 
amplificador definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
amplificadores
Παραδείγματα
Conectamos la guitarra al amplificador antes del ensayo. 

Συνδέσαμε την κιθάρα στον ενισχυτή πριν από την πρόβα.

amplificador
01

ενισχυτικός, ενισχυτικός

que sirve para aumentar o intensificar una señal, sonido, corriente o efecto 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
amplificador
αρσενικό πληθυντικό
amplificadores
θηλυκό ενικό
amplificadora
θηλυκό πληθυντικό
amplificadoras
Παραδείγματα
Usaron un circuito amplificador para mejorar la señal. 

Χρησιμοποίησαν ένα κύκλωμα ενισχυτή για να βελτιώσουν το σήμα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store