altar
altar
alzaraliaralfar

Ορισμός και σημασία του "altar"στα ισπανικά

01

βωμός

estructura o mesa sagrada utilizada en ceremonias religiosas 
altar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
altares
Παραδείγματα
El sacerdote se acercó al altar durante la misa. 

Ο ιερέας πλησίασε το θυσιαστήριο κατά τη διάρκεια της λειτουργίας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store