aliado

Ορισμός και σημασία του "aliado"στα ισπανικά

01

συμμαχικός, ενωμένος με συμφωνία ή συμμαχία

unido por un acuerdo o alianza
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
aliado
αρσενικό πληθυντικό
aliados
θηλυκό ενικό
aliada
θηλυκό πληθυντικό
aliadas
Παραδείγματα
Las tribus aliadas defendieron el territorio.
Οι συμμαχικές φυλές υπερασπίστηκαν την επικράτεια.
Aliado
[gender: masculine]
01

σύμμαχος, συνεργάτης

The allied tribes defended the territory.
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
aliados
Παραδείγματα
Los aliados votaron a favor de la propuesta.
Οι σύμμαχοι ψήφισαν υπέρ της πρότασης.
02

ένα τυπικό σάντουιτς της Καταλονίας με μπουτιφάρρα, τυρί και άλλα υλικά

un sándwich típico de Cataluña con butifarra, queso y otros ingredientes
Παραδείγματα
En ese bar hacen los mejores aliados.
Σε εκείνο το μπαρ, φτιάχνουν τα καλύτερα αλιάδο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store