Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
alegar
01
ισχυρίζομαι
mencionar o exponer un hecho o argumento como parte de una explicación o defensa
Παραδείγματα
Alegó motivos personales para no asistir.
Ανέφερε προσωπικούς λόγους για να μην παρευρεθεί.
02
ισχυρίζομαι
afirmar algo como argumento o defensa sin necesariamente probarlo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
alego
γ΄ ενικό πρόσωπο
alega
ενεστώτα μετοχή
alegando
απλός αόριστος
alegó
παθητική μετοχή
alegado
Παραδείγματα
Alegaron falta de pruebas en el juicio.
Ισχυρίστηκαν έλλειψη αποδεικτικών στοιχείων στη δίκη.



























