aleación

Ορισμός και σημασία του "aleación"στα ισπανικά

01

κράμα

mezcla de dos o más elementos, generalmente metales, que forman un material con propiedades mejoradas
aleación definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
aleaciones
Παραδείγματα
La aleación mejora la durabilidad del material.
Το κράμα βελτιώνει την ανθεκτικότητα του υλικού.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store