airado
ai
ai
ai
ra
ˈɾa
ra
do
ðo
dho
aireadoarado

Ορισμός και σημασία του "airado"στα ισπανικά

01

θυμωμένος, οργισμένος

que está muy enfadado o lleno de ira 
airado definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más airado
συγκριτικός βαθμός
más airado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
airado
αρσενικό πληθυντικό
airados
θηλυκό ενικό
airada
θηλυκό πληθυντικό
airadas
Παραδείγματα
Su mirada airada hizo callar a la habitación. 

Το θυμωμένο του βλέμμα έκανε το δωμάτιο να σωπάσει.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store