agónico

Ορισμός και σημασία του "agónico"στα ισπανικά

01

αγωνιώδης, ετοιμοθάνατος

que está en el último estado de vida antes de la muerte
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más agónico
συγκριτικός βαθμός
más agónico
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
agónico
αρσενικό πληθυντικό
agónicos
θηλυκό ενικό
agónica
θηλυκό πληθυντικό
agónicas
Παραδείγματα
El cuerpo entró en fase agónica.
Το σώμα εισήλθε σε αγωνιώδη φάση.
02

θανάτου, αγωνιώδης

relacionado con el estado final de la vida o el proceso de morir
Παραδείγματα
La etapa agónica fue monitoreada por los médicos.
Η αγωνιώδης φάση παρακολουθήθηκε από τους γιατρούς.
03

αγωνιώδης

que causa un dolor o sufrimiento físico muy intenso
Παραδείγματα
El proceso fue lento y agónico.
Η διαδικασία ήταν αργή και οδυνηρή.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store