Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Agonía
01
αγωνία
los últimos momentos de la vida antes de la muerte
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
El enfermo entró en agonía al anochecer y falleció en paz.
Ο ασθενής μπήκε σε αγωνία το σούρουπο και πέθανε ειρηνικά.
02
αγωνία
un sufrimiento físico o emocional muy intenso e insoportable
Παραδείγματα
La espera de las noticias era una auténtica agonía.
Η αναμονή των ειδήσεων ήταν μια πραγματική αγωνία.



























