agonía
a
a
α
go
ɣo
γο
nía
ˈnia
νια
apatíautopíaironíasequía

Ορισμός και σημασία του "agonía"στα ισπανικά

01

αγωνία

los últimos momentos de la vida antes de la muerte 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
El enfermo entró en agonía al anochecer y falleció en paz. 

Ο ασθενής μπήκε σε αγωνία το σούρουπο και πέθανε ειρηνικά.

02

αγωνία

un sufrimiento físico o emocional muy intenso e insoportable 
Παραδείγματα
La espera de las noticias era una auténtica agonía. 

Η αναμονή των ειδήσεων ήταν μια πραγματική αγωνία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store