afidávit
a
a
a
fidá
ˈfida
fida
vit
βit
bit
superávit

Ορισμός και σημασία του "afidávit"στα ισπανικά

01

υπεύθυνη δήλωση, γραπτή δήλωση υπό όρκο

una declaración jurada por escrito que se utiliza como prueba en un procedimiento legal 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
afidávits
Παραδείγματα
El testigo presentó un afidávit con su versión de los hechos. 

Ο μάρτυρας παρουσίασε ένα affidavit με την εκδοχή του για τα γεγονότα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store