Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Abstinencia
01
αποχή
práctica de evitar ciertos placeres o comportamientos por motivos morales o religiosos
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La abstinencia voluntaria puede fortalecer la voluntad.
Η εθελοντική αποχή μπορεί να ενισχύσει τη θέληση.
02
αποχή, σύνδρομο απόσυρσης
withdrawalreacción física y psicológica al dejar una sustancia adictiva
Παραδείγματα
La abstinencia de alcohol puede ser peligrosa sin supervisión médica.
Η αποχή από το αλκοόλ μπορεί να είναι επικίνδυνη χωρίς ιατρική επίβλεψη.



























