abolir
abolir

Ορισμός και σημασία του "abolir"στα ισπανικά

abolir
01

eliminar oficialmente una ley, norma o institución 

abolir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ομαλό
Παραδείγματα
El país abolió la pena de muerte. 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store