Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Abad
01
hombre que dirige una comunidad de monjes en una abadía
γραμματικές πληροφορίες
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
El abad dirigía la vida del monasterio.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
hombre que dirige una comunidad de monjes en una abadía